Photography | Horizon Levante | Κεντρικός Τομέας Αθηνών

      σχόλια, ειδήσεις, πολιτισμός

Ο ΧΑΡΤΟΠΑΙΧΤΗΣ ΠΟΥ ΦΙΛΟΞΕΝΗΣΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ

 

 

Μια φορά ήταν ένας και του άρεσε πολύ να παίζει τα χαρτιά. Μια μέρα λέει στη γυναίκα του να καλέσουνε το Χριστό, να του κάμουνε το γιόμα. Του το είπανε και τους είπε πως θα πάει.

Λοιπόν το γιόμα πήγε ο Χριστός με όλους τους μαθητές του.

Μόλις τους είδε η γυναίκα, είπε πως δεν φτάνει το ψωμί. «Καλά, λέει ο Χριστός, ετούτο έχουμε κι ετούτο θα φάμε».

Εστρώσανε και καθήσανε να φάνε. Ευλόγησε ο Χριστός το ψωμί και τους έφτασε και τους περίσσεψε. Έπειτα, πήρε ο Χριστός να πιει κρασί και ρώτησε το νοικοκύρη τι θέλει να του χαρίσει. Οι μαθητές τού λέγανε να πει «την ουράνια βασιλεία», αλλά εκείνος είπε του Χριστού: «Έχω μια μηλιά και πάνε και μου τρώνε τα μήλα. Το λοιπόν, θέλω όποιος πάει εκεί να κολλάει». Λέει ο Χριστός: «Γενηθήτω το θέλημά σου».

Έπειτα παίρνει ο Ιησούς το δεύτερο ποτήρι. Λέει: «Τι θες να σου χαρίσω;» Οι μαθητάδες τού λέγανε «την ουράνια βασιλεία να πεις!». «Όχι, λέει εκείνος, θέλω να κερδαίνω, όπου πάω να παίξω». - «Γενηθήτω το θέλημά σου», λέει ο Χριστός.

Έπειτα παίρνει και τρίτο ποτήρι. «Τώρα, του λέει, τι θες να σου χαρίσω;» Ετότες εκείνος είπε: «Την ουράνια βασιλεία». Λέει τότε ο Χριστός πάλε: «Γενηθήτω το θέλημά σου».

Ο Χριστός επήρε κι έφυγε κι εκείνος πήγε να παίξει. Μ’ όποιον έπαιζε κέρδαινε. Ο Χριστός εσταυρώθει κι εκείνος όλο έπαιζε.

Στέλνει μια μέρα ο Χριστός έναν άγγελο, και του λέει: «Μ’ έστειλε ο Χριστός να σε πάρω. Φτάνει άλλο το παίξιμο, τέλειωσε η ζωή σου». «Καλά, λέει εκείνος, πήγαινε να φας μήλα κι ύστερα πάμε».

Επήγε ο άγγελος να φάει μήλα κι εκόλλησε. «Έλα να με ξεκολήσεις», τονε παρακαλούσε ο άγγελος. «Όποτε θέλω εγώ θα ’ρθω», του ’λεγε ο παίχτης κι όλο έπαιζε.

Όταν εβαρέθηκε το παίξιμο πάει στον άγγελο και του λέει: «Έλα τώρα να σε ξεκολλήσω και πάμε».

Εκεί που πήγαινε, επεράσανε απ’ την Κόλαση, και είδε τον Άδη που είχε δώδεκα κολασμένους, και του λέει: «Παίζουμε; Κι αν χάσω να με νεκραναστήσεις εδώ, αν κερδίσω να σου τους πάρω».

Ο Άδης δέχτηκε κι αρχίσανε να παίζουνε. «Τρεις οι πέντες δεκαπέντε και μία δεκάξι! Φέρε μου τους κολασμένους». Τους επήρε και τράβηξε κατά την Παράδεισο.

Μόλις πήγανε στο Χριστό και είδε τόσους, του λέει: «Μοναχός σου ’πα να ’ρθεις και συ μου ’φερες άλλους δώδεκα;» -«Κι εγώ, λέει εκείνος, τον καιρό που σε κάλεσα να σου κάμω το γιόμα, μοναχός σου είπα να ’ρθεις και συ μου ’φερες άλλους δώδεκα. Ε, κι εγώ τώρα σου φέρνω άλλους δώδεκα».

Κι έτσι ο Χριστός του δέχτηκε όλους. 

 

Please reload

Featured Posts

Notre Dame 1993

April 16, 2019

1/10
Please reload

Recent Posts

April 16, 2019

February 12, 2016

Please reload

Search By Tags