Ενθάδε κείται η «κοινωνία» / Here lies Society

Στις 17 Σεπτεμβρίου 2013, την τρίτη Τρίτη του μήνα (ονομάζεται prinsjesdag – «ημέρα του πρίγκιπα»), κατά την οποία ο βασιλιάς της Ολλανδίας ανακοινώνει ετησίως τον προϋπολογισμό και τη γενικότερη πολιτική της κυβέρνησης για τη νέα χρονιά μπροστά στα υψηλότερα κλιμάκια της πολιτικής εξουσίας, ο βασιλιάς Γουλιέλμος-Αλέξανδρος, διαβάζοντας το λόγο του θρόνου, τον οποίο συνέταξε η κυβέρνηση συνεργασίας Φιλελεύθερων και Εργατικών, ανακοίνωσε επίσημα το τέλος του κράτους πρόνοιας στη χώρα. Στη θέση του αποθανόντος verzorgingsstaat προκύπτει ένα σκάρφισμα, ο νεολογισμός «κοινωνία συμμετοχής» (participatie-samenleving), με βασική μορφή κοινωνικοποίησης την «προσωπική ευθύνη» όλων για τη ζωή και το περιβάλλον τους. Η έκπληξη παρ’ όλα αυτά δεν βρίσκεται τόσο στον επικήδειο για το κράτος πρόνοιας, το οποίο άλλωστε είχε αποδυναμωθεί εδώ και δεκαετίες, όσο στον τρόπο με τον οποίο ανακοινώθηκε. Χωρίς να έχει προηγηθεί πολιτική αντιπαράθεση και σχεδόν χωρίς να έχουν συζητηθεί στη Βουλή οι επιπτώσεις μιας τέτοιας κοινωνικής αλλαγής, ένα κοινωνικό σύστημα παροχών διαμορφωμένο μετά από δεκαετίες αγώνων και συμβιβασμών έπαψε επίσημα να υπάρχει.

Η αιτιολόγηση του νέου status quo βασίστηκε στην κατάσταση της οικονομίας: υπάρχει κρίση άρα πρέπει όλοι να συνεισφέρουμε. Η αντίφαση της συλλογικής ευθύνης για την κατάσταση της οικονομίας από τη μία και του πλαισίου ατομικής ευθύνης από την άλλη, ακούγεται ως μια ανισορροπία μεταξύ υποχρεώσεων και δικαιωμάτων. Με άλλα λόγια, όλοι πρέπει να συνεισφέρουν αρνητικά (κυρίως μέσω της μείωσης των κοινωνικών παροχών), ενώ πρέπει από τώρα και στο εξής να φροντίζουν για τον εαυτό τους και την οικογένειά τους, και όχι για την κοινωνία συνολικά. Οι εξελίξεις αυτές στην Ολλανδία είναι βέβαια μέρος της γενικότερης πολιτικής λιτότητας στην ΕΕ. Είναι συχνές οι συζητήσεις για το αν η λιτότητα φέρνει αποτέλεσμα, και τι αποτέλεσμα είναι αυτό. Πέραν αυτών όμως, γεννάται και το εξής ερώτημα: η πολιτική της λιτότητας αποσκοπεί στην υπέρβαση της οικονομικής ύφεσης (μια από τις φάσεις των οικονομικών κύκλων του καπιταλισμού) ή ανήκει σε μια γενικότερη πολιτική στροφή που δεν έχει ως στόχο την επιστροφή στις ημέρες πριν την κρίση; Γενικότερα υπάρχουν ενδείξεις για το δεύτερο. Άλλωστε στην Ολλανδία δεν ανακοινώθηκε μια προσωρινή αναστολή του κράτους πρόνοιας, αλλά μπήκε η ταφόπλακά του.

Η λιτότητα και τα σχετικά μέτρα στις Κάτω Χώρες έχουν ιστορία ήδη δύο δεκαετιών, από τα μέσα του 1990. Η έξαρση της νεοφιλελεύθερης πολιτικής και ρητορικής είχε αρχίσει ακόμα νωρίτερα, από τη δεκαετία του 1980, ως αποτέλεσμα της πετρελαϊκής κρίσης του 1973: η υψηλή ανεργία και η αύξηση του εθνικού ελλείμματος οδήγησαν στη συμφωνία Wassenaar, η οποία περιόριζε την αύξηση μισθών και καθόριζε τη συνεργασία συνδικάτων και εργοδοτών για «ανάπτυξη» και «ανταγωνιστικότητα». Ακόμα πιο έντονα μέτρα θεσπίστηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1990, όταν για πρώτη φορά σχηματίστηκε κυβέρνηση συνασπισμού αριστερών και δεξιών κομμάτων, το Εργατικό κόμμα και δύο φιλελεύθερα κόμματα, και όταν για πρώτη φορά η πολιτική έπαψε να είναι ζήτημα πάλης ή σύγκρουσης ιδεών και έγινε θέμα διαχείρισης.

Υποθηκευμένα όνειρα

Ενδεικτικά, μία από τις σημαντικότερες ενέργειες της εν λόγω κυβέρνησης του 1994 ήταν η ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών κατοικιών. Η Ολλανδία είχε για δεκαετίες ένα από τα πιο αποτελεσματικά συστήματα εξασφάλισης στέγης, με το 1/3 όλων των πολιτών να μένει σε κοινωνική κατοικία, ποσοστό που άγγιζε το 50% στις πόλεις (όπως το Άμστερνταμ). Το βασικό χαρακτηριστικό τέτοιων κατοικιών είναι το χαμηλό ενοίκιο που συχνά μειωνόταν μέσω επιδόματος για χαμηλόμισθους, αλλά και η ισχυρή νομική προστασία των ενοίκων. Από το 1995 έχει γίνει μια πολιτική εκστρατεία να αγοραστούν τα κοινωνικά σπίτια από τους πολίτες, ώστε να υπάρξει γενικευμένη ιδιοκατοίκηση και να εμπορευματοποιηθεί η κατοικία, προκειμένου να διανοιχθεί η αγορά της στέγης στην κερδοσκοπική δραστηριότητα. Την τελευταία δεκαετία, πολλοί αγοραστές κατοικούσαν στα σπίτια τους για περίπου πέντε χρόνια και μετά πουλούσαν το ακίνητο, κερδίζοντας από 5.000 μέχρι και 50.000 ευρώ. Με δεδομένη την τρέχουσα κρίση στην αγορά στέγης που άρχισε το 2008, το αποτέλεσμα αυτής της νεοφιλελεύθερης πολιτικής στο θέμα της κατοικίας είναι η αύξηση του χρέους των νοικοκυριών σε όλη τη χώρα, που η αναλογία του προς το διαθέσιμο εισόδημα αγγίζει σήμερα το 300%, λόγω των υποθηκευμένων σπιτιών, τα οποία μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις έχουν χάσει μεγάλο μέρος της αξίας τους.

Σήμερα η υπεράσπιση των κοινωνικών κατοικιών θεωρείται παρωχημένη και, όπως και συμβαίνει με το κοινωνικό κράτος, είναι σχεδόν αδύνατο να επιχειρηματολογήσει κανείς υπέρ της. Παρ’ όλα αυτά οι παρενέργειες της ριζοσπαστικής αλλαγής στο θέμα της στέγης είναι έντονες, ιδιαίτερα σε πόλεις όπως το Άμστερνταμ, με αποτέλεσμα η κινητικότητα μεταξύ κατοικιών να είναι πολύ δύσκολη. Όταν κανείς αποκτήσει το δικαίωμα να μείνει σε μια κοινωνική κατοικία δεν παραιτείται σχεδόν ποτέ από αυτό για δύο λόγους: η επίτευξή του μπορεί να έγινε με πολύ μεγάλη αναμονή (ακόμα και 15 χρόνια), ενώ αν κανείς αφήσει το σπίτι, χάνει πια την πρόσβαση σε άλλο. Βέβαια συχνά οι ένοικοι καταχρώνται την υψηλή ζήτηση κατοικίας στην ολλανδική πρωτεύουσα και υπενοικιάζουν παράνομα τις κοινωνικές κατοικίες τους, ειδικά σε μη Ολλανδούς πολίτες. Με δεδομένη την αύξηση της ιδιοκατοίκησης (γύρω στο 40-50%), η εναλλακτική για τους καινούριους κατοίκους είναι μια πολύ περιορισμένη αγορά ιδιωτικής ενοικίασης (περίπου 10-20% του συνόλου των κατοικιών) με ενοίκια που κυμαίνονται για παράδειγμα στα 1.200 ευρώ το μήνα για ένα δυάρι, 5 χλμ. από το κέντρο. Το Άμστερνταμ, που υπήρξε ιστορικά μια πόλη εσωτερικής και διεθνούς μετανάστευσης, έχει δημιουργήσει πολύ δύσκολες συνθήκες για την κινητικότητα και γίνεται όλο περισσότερο τόπος κατοικίας αποκλειστικά για ανθρώπους με υψηλά εισοδήματα.

«Αποδοτικότητα» και τέχνη/μόρφωση/υγεία

Πολύ σημαντικές μεταβολές επήλθαν όμως και στις παροχές για την τέχνη, τη μόρφωση και την υγεία, οι οποίες ήταν συχνά παραπάνω από αξιοπρεπείς. Ήδη, για παράδειγμα, από το 1956, υπήρχε ξεχωριστό επίδομα για καλλιτέχνες. Μετά από διάφορες αλλαγές και ακυρώσεις κατά περιόδους, το επίδομα είχε διαμορφωθεί από το 1999 στο 70% του βασικού μισθού και δινόταν μέχρι τέσσερα χρόνια σε καλλιτέχνες που μπορούσαν να στήσουν μια προσοδοφόρα επιχείρηση, χωρίς να διδάσκουν, μόνο μέσα από εκδηλώσεις, εκθέσεις κ.λπ. Το 2012 η ολλανδική κυβέρνηση το κατάργησε και στη θέση του εισήγαγε σύστημα δανείων. Μια καλλιτέχνης που παρευρέθηκε σε συναντήσεις σχετικά με το επίδομα πριν και μετά την κατάργησή του, άκουσε από τους ίδιους υπεύθυνους τις αντίθετες συμβουλές στις δύο συναντήσεις: πρώτα (προς τα τέλη του 2011) αποθάρρυναν τους καλλιτέχνες να διδάσκουν, και τους συνιστούσαν να επιβιώσουν μονάχα από την τέχνη, ενώ δύο μήνες μετά (το 2012) τους παρότρυναν, αντιθέτως, έντονα να διδάσκουν για να ζήσουν.

Αντίστοιχα, με βάση τον νέο προϋπολογισμό τα έξοδα για την παιδεία μειώνονται δραστικά και θα ακολουθήσουν απολύσεις εκπαιδευτικών (μετά από πολλούς επιστάτες και γραμματείς). Ένα συγκεκριμένο παράδειγμα μείωσης παροχών είναι ότι, ενώ υπάρχει η δυνατότητα για μια μη Ολλανδή φοιτήτρια που εργάζεται 32 ώρες το μήνα να παίρνει επίδομα περίπου 250 ευρώ το μήνα, από το 2014 οι ώρες ανεβαίνουν στις 56 ανά μήνα. Αυτό σημαίνει ότι, ενώ πριν μπορούσε καμία να εργάζεται για 8 ώρες μία φορά την εβδομάδα και να σπουδάζει καθημερινά, από τη νέα χρονιά θα πρέπει να εργάζεται σχεδόν δύο φορές την εβδομάδα.

Στο θέμα της υγείας, το σύστημα παραμένει ένα από τα πιο κοινωνικά στον κόσμο, παρότι εδώ και χρόνια έχει διαμορφωθεί μια λογική αποτροπής των ασθενών από τη θεραπεία. Τα νοσοκομεία της Ολλανδίας είναι ιδιωτικά, μη κερδοσκοπικά και ιδιαίτερα προηγμένα, ενώ η ασφάλιση δεν βασίζεται στην ηλικία ή την κατάσταση υγείας του ασφαλιζόμενου (όπως στις ΗΠΑ). Έτσι οι (ιδιωτικές) ασφαλιστικές εταιρείες είναι υποχρεωμένες να παρέχουν ασφάλιση σε όλους (όπως και όλοι είναι υποχρεωμένοι νομικά να έχουν ασφάλιση). Επίσης οι χαμηλόμισθοι δικαιούνται επίδομα το οποίο μειώνει το κόστος της ασφάλισής τους γύρω στα €50/μήνα (χωρίς το επίδομα το ποσό είναι τώρα περίπου €100/μήνα). Παρ’ όλα αυτά τα τελευταία χρόνια υπάρχει συζήτηση για το κόστος του συστήματος και την οικονομική «αποδοτικότητά» του. Αυτή η τάση αποφυγής του κόστους έχει οδηγήσει τους παθολόγους (τους οποίους πρέπει κανείς να επισκεφθεί πάντα προτού πάει σε κάποια εξειδικευμένη γιατρό) να λειτουργούν ως φύλακες «προ των πυλών» του νοσοκομείου. Στα 15 λεπτά που έχει κανείς δικαίωμα να δει τον παθολόγο, υπάρχει συχνά μια συνειδητή προσπάθεια να μην επισκεφθεί ο ασθενής πιο εξειδικευμένη νοσοκομειακή γιατρό. Αντίθετα ενθαρρύνεται να κάνει υπομονή μέχρι να περάσει το οποιοδήποτε πρόβλημα, οδηγώντας συχνά σε επιπλοκές, όπως αιφνίδιες επεμβάσεις λόγω ολιγωρίας.

Παράλληλα, η συνταγογράφηση είναι χαμηλή (σε ακραία αντίθεση με την Ελλάδα) και συχνά ακούγονται ιστορίες ασθενών που ταλαιπωρούνται για καιρό χωρίς αποτέλεσμα. Ενδεικτικά το τεστ Παπανικολάου γίνεται μονάχα κάθε 5 χρόνια αφότου μια γυναίκα γίνει 30 ετών και οι γενικές προληπτικές εξετάσεις ρουτίνας δεν είναι συνηθισμένες. Ειδικά στο χώρο της υγείας τείνει να κυριαρχήσει η νεοφιλελεύθερη λογική της «αποδοτικότητας» και της εμπορευματικής παροχής θεραπείας και πρόληψης, παρότι η υγεία έχει πρωταρχική σημασία για τους πολίτες, οι οποίοι την έχουν ανάγκη και αναζητούν καλή περίθαλψη. Είναι λοιπόν είναι ένα από τα πιο ελκυστικά πεδία για την ελεύθερη αγορά, δεδομένου ότι η πιθανή κερδοφορία είναι σχεδόν απεριόριστη.

Ωρομίσθιο 2,5 ευρώ και 37 αεροσκάφη F-35

Οι κοινωνικές παροχές του ολλανδικού κράτους αποτελούν μια ευχάριστη έκπληξη για οποιονδήποτε έρχεται για πρώτη φορά στην Ολλανδία: επίδο